Ο νερόμυλος του Στύλου στην θέση «Μύλοι», ήταν ο  μεγαλύτερος Βενετσιάνικος μοναστηριακός νερόμυλος της Κρήτης.  Με 5 στόμια εξόδου του νερού,   λειτουργούσε με βαγένια τα οποία έφερναν το νερό στις φτερωτές, αξιοποιώντας στο έπακρο τον ποταμό Κοιλιάρη. Είναι τρίχωρος με την κατανομή αυτή των χώρων, ουσιαστικά σε δύο δωμάτια. Ένα μικρό, που έπαιζε το ρόλο της αποθήκης αλλά λειτουργούσε παράλληλα και ως δωμάτιο ξεκούρασης του μυλωνά και ένα μεγάλο που χωριζόταν σε δύο χώρους με μια τοξοστοιχία η οποία  διαχώριζε το εργαστήριο άλεσης από τον χώρο αναμονής των επισκεπτών που προσέρχονταν για άλεση. Η χρήση του ήταν εποχική και λειτουργούσε από το Σεπτέμβριο μέχρι και τοn Μάρτιο. Τα νεότερα χρόνια, στη δυτική πλευρά του μύλου, λειτούργησε μια φάμπρικα για τις ανάγκες άλεσης του ελαιόκαρπου των ντόπιων από την οποία διασώθηκε μόνο το σιδερένιο  πιεστήριο.

Στις αρχές του 2000, αποκαλύφθηκε και καθαρίστηκε ο χώρος από την 28η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.  Το 2004  εγκρίθηκε η μελέτη αναστήλωσης και ανάδειξης επί δημαρχίας Καραγιαννάκη. Εντάχθηκε στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Leader + μέσω του ΟΑΔΥΚ, συνολικού προϋπολογισμού 69.500 € (75% Κοινοτική συμμετοχή και 25% Εθνική συμμετοχή). Έγινε προσωρινή εκτροπή του ποταμού  καθώς και η διάνοιξη του δρόμου και ο επιπλέον καθαρισμός του περιβάλλοντα χώρου.   Το 2007 πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης. Στόχος της ανάδειξης ήταν να αξιοποιηθεί και να γίνει επισκέψιμος για τουριστικούς και εκπαιδευτικούς λόγους, στο πλαίσιο των προγραμμάτων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης που πραγματοποιούνται στα σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Επιπλέον αποτελεί  μέρος ενός μεγάλου φυσιολατρικού και ιστορικού μονοπατιού που διασχίζει ιστορικά μνημεία της περιοχής από το βορρά μέχρι το νότο του Δήμου πλέον Αποκορώνου.  Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί  πως ο νερόμυλος του Στύλου άνηκε σ’ ένα  ευρύτερο  δίκτυο  νερόμυλων της περιοχής, αφού οι Ενετοί αξιοποιώντας τα νερά του Κοιλιάρη, έχτισαν στο διάβα του πολλούς από αυτούς (νερόμυλος Καλυβών κ.ά