Το κοπανέλι είναι μια τεχνική πλεξίματος δαντέλας. Το κρητικό κοπανέλι χρονολογείται τον 20ο αιώνα, όπου η Βασίλισσα Όλγα επισκέφτηκε ένα μοναστήρι στο Ακρωτήρι, όπου οι καλόγριες ήταν πάρα πολύ φτωχές. Μια από τις καλόγριες τη πήρε μαζί της στην Αθήνα και την έβαλε να μαθητέψει σε μια σχολή. Εκεί έμαθε τη τέχνη στο κοπανέλι, γύρισε στα Χανιά και το δίδαξε και στις άλλες καλόγριες. Οι καλόγριες αυτέ είχαν καταγωγή από το Γαβαλοχώρι και έτσι το κοπανέλι ρίζωσε εκεί. Είναι μια τέχνη που χρειάζεται πολύ υπομονή, επιδεξιότητα αλλά και αγάπη για το παραδοσιακό.
Η τεχνική αυτή χρησιμοποιεί ξυλάκια όπου τυλίγεται η κλωστή. Το όνομα κοπανέλι προέρχεται από αυτό ακριβώς αυτό το πράγμα, ο ρυθμικός θόρυβος που κάνουν τα ξυλάκια δηλαδή που χτυπάνε το ένα το άλλο κατά τη διάρκεια της πλέξης.
Η τεχνική έχει ως εξής: Η γυναίκα έχει ξεσηκώσει σε ένα χαρτί το σχέδιο της δαντέλας που θέλει να πλέξει , κάθεται σε μια καρέκλα και τοποθετεί στα πόδια της το κουσούνι, ένα ειδικό μαξιλάρι και καρφιτσώνει σε όλες τις γραμμές του σχεδίου καρφίτσες. Οι κλωστές τους δεμένες ανά 2, 4, ή 8 είναι στερεωμένες σε μία καρφίτσα, στην αρχή του σχεδίου και το μήκος του βρίσκεται, τυλιγμένο σε 18 με 20 ειδικά μακρόστενα ξυλάκια, σαν πασσάλους, κοπανέλια, φτιαγμένα ή από κόκαλο ή δρυ ή λεμονιά ή αμυγδαλιά.
Κρατώντας η πλέχτρα τώρα ένα ζευγάρι κοπανέλια στο ένα χέρι και στο άλλο, περνά τις κλωστές πάνω – κάτω σαν να υφαίνει. Όταν το ή τα κομμάτια είναι έτοιμα, επαναλαμβάνει την ίδια διαδικασία για τα επόμενα κομμάτια, τα οποία μετά συνενώνονται στο απαιτούμενο μέγεθος.